Συγχώρεση
16 Ιουλίου 2018
Η πιο όμορφη ηλικία για μια γυναίκα
18 Ιουλίου 2018

Η γέννηση του άγχους

Το άγχος είναι η αντίδραση μας σε έναν κίνδυνο, κυρίως φανταστικό. Το αίσθημα κινδύνου συνδέεται με μια εικόνα που διατηρούμε στη μνήμη μας, όπου εξαιτίας ενός γεγονότος στο παρελθόν ανακινήθηκαν μέσα μας, με καταιγιστικό τρόπο, συναισθήματα, τα οποία δεν μπορούσαμε τότε να ελέγξουμε. Κάθε παρόμοιο γεγονός, στο παρόν και στο μέλλον, ενοχοποιείται προκαταβολικά από μας, στην σκέψη ότι θα προκαλέσει τα ίδια επώδυνα συναισθήματα και προσπαθούμε να το αποφύγουμε. Ταυτόχρονα όμως, μας ελκύει η ιδέα να αναλάβουμε το ρίσκο για να το ζήσουμε και έτσι δημιουργείται μέσα μας ή σύγκρουση. Δημιουργούνται, λοιπόν, συμπτώματα για να αποφευχθεί η ιδέα να συμμετέχουμε στο γεγονός που φανταζόμαστε πως παραμονεύει ο κίνδυνος.

Το άγχος, λοιπόν, είναι μια αντίδραση στην κατάσταση κινδύνου που συνέβηκε τότε και όχι στην πρωτόγνωρη κατάσταση την οποία συναντάμε.

Αυτό που διαδραματίστηκε στο παρελθόν ήταν ένα γεγονός που αφορούσε εμάς και τα σημαντικά μας πρόσωπα, από τα οποία ήμασταν εξαρτημένοι στο παρελθόν. Ένα παιδί που παραμένει εκτεθειμένο σε ένα συναισθηματικό κίνδυνο νιώθει αμφιβολία, αγωνία και φόβο και η καθησυχαστική αίσθηση που είναι απαραίτητη για τον ψυχισμό του κλονίζεται.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης απευθύνεται στους γονείς που δεν τον προστάτεψαν, σε όλους τους ανθρώπους αργότερα, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό, αμφιβάλλοντας για το ότι θα τα καταφέρει. Τα εσωτερικά του στηρίγματα, οι παραστάσεις που έχει για την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια, κλονίζονται. Οι σκέψεις που κάνει για κάθε νέο γεγονός επηρεάζονται από τα συναισθήματα που βίωσε στο παρελθόν, χωρίς ο ίδιος να αντιλαμβάνεται τις αιτίες. Μάλιστα, “ενοχοποιεί” το κάθε γεγονός που νομίζει πως του προκαλεί αυτά τα συναισθήματα, παρόλο που αντικειμενικά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Ένα παιδί χρειάζεται να καθησυχαστεί όταν συμβαίνει ένα δυσάρεστο γεγονός σε εκείνο, ώστε να αισθανθεί πως έχει την ικανότητα να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του σε όποια κατάσταση κι αν βιώνει. Διαφορετικά, δεν πιστεύει στον εαυτό του, δεν δημιουργεί μια σταθερή σχέση με τον εαυτό του αλλά εξαρτάται και λειτουργεί καταναγκαστικά με σκοπό να δημιουργήσει μια ασφάλεια μέσα του και γύρω του κάθε φορά που ασχολείται με την επιθυμία του. Άλλες φορές παραιτείται από τα θέλω του θυσιάζοντας τις επιθυμίες του για να μη νιώσει ξανά το ίδιο συναίσθημα. Νιώθει πλέον “ασφάλεια” με το να μην συμμετέχει ξανά σε καταστάσεις που τον εκθέτουν σε ένα νέο κίνδυνο και υιοθετεί ένα αυστηρό εαυτό που απαγορεύει, επικρίνει κάθε τι που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην επιθυμία του, η οποία του προκαλεί μια δίνη αμφιθυμικών συναισθημάτων και τον αφήνει εκτεθειμένο σε συναισθήματα που δεν μπορεί να διαχειριστεί.

Κάθε τι που περιέχει φόβο διακινεί το άγχος μέσα μας, και οι κινήσεις που κάνουμε για να πετύχουμε αυτό που θέλουμε είναι σπασμωδικές κινήσεις που δεν εκφράζουν την αλήθεια μας, αλλά εξυπηρετούν περισσότερο ένα εαυτό αδύναμο, ανίσχυρο, αμήχανο, έναν εαυτό που βρίσκεται σε σύγχυση και σε υποδούλωση. Όταν λοιπόν μια επιθυμία έρχεται να μας συναντήσει, που να εκφράζει την αλήθεια μας, εμείς την απορρίπτουμε και υψώνουμε το τοίχος της επίκρισης, ώστε να μην την ακολουθήσουμε, φοβούμενοι πως θα νιώσουμε την ίδια ανασφάλεια όπως τότε. Ενώ ταυτόχρονα προβάλλουμε αυτό το συναίσθημα στους άλλους, πιστεύοντας πως εκείνοι θα μας απορρίψουν, οπότε φερόμαστε επιθετικά, κάθε φορά που τολμάμε σε κάτι καινούργιο, ενώ άλλες φορές εξαρτιόμαστε από την επιβεβαίωση των άλλων για να προχωρήσουμε.  Υποσυνείδητα χρεώνουμε στον εαυτό μας το λάθος, πιστεύοντας πως εμείς φταίγαμε για αυτό που έγινε στο παρελθόν. Γεμάτοι ενοχές προσεγγίζουμε κάθε νέο γεγονός με επίκριση, αμφιβολία, τάση για εξάρτηση, ανάγκη για επιβεβαίωση και δεν απολαμβάνουμε το γεγονός όπως και τη σχέση μας με τους ανθρώπους.

Ένα παιδί νιώθει μια βαθιά λαχτάρα για τα πρόσωπα που αγαπά και το μεγαλώνουν. Εξαρτάται η ζωή του και η ψυχική του επιβίωση από αυτά. Δεν μπορεί λοιπόν να κρίνει τα πρόσωπα που εξαρτάται από εκείνα, γιατί ένας αποχωρισμός από ένα πρόσωπο υψηλής αξίας θα σημάνει το θάνατο για αυτόν. Πιστεύει πως αν το κάνει, θα τιμωρηθεί και θα χάσει την στοργή και την αφοσίωση τους. Ο άνθρωπος χωρίς την αίσθηση ότι είναι σημαντικός για τα πρόσωπα που αγαπά δεν ζει. Στρέφει λοιπόν αυτόν το θυμό στον εαυτό του, προστατεύοντας τους γονείς του από τα συναισθήματα του. Η αυστηρότητα αποτελεί ένα φράγμα για κείνον για να μην ξεχειλίσουν τα συναισθήματα του προς εκείνον και προς τους γονείς του. Με το να μην επιθυμεί δεν κινδυνεύει να τους χάσει, χάνει όμως τον εαυτό του. Δεν επιθυμεί αυτό που του δίνει αληθινή χαρά, δεν ζει όπως θέλει.

Όταν, λοιπόν, μια επιθυμία έρχεται να τον συναντήσει, αφυπνίζονται όλα εκείνα τα απωθημένα συναισθήματα και ο φόβος ότι θα πάθει τόσο ο ίδιος κακό όσο και τα αγαπημένα πρόσωπα της παιδικής του ηλικίας. Οτιδήποτε όμως αποτελεί απειλή είτε για τον ίδιο είτε για τα πρόσωπα που αγαπά, σε φαντασιακό ή σε πραγματικό επίπεδο, γίνεται τρόμος που δυναστεύει τον ψυχισμό του. Η ενέργεια του αναλώνεται στο να καθησυχαστεί και δεν επενδύεται στην επιθυμία του την οποία αποφεύγει, από φόβο ότι δεν θα τα καταφέρει ή ότι θα τα καταφέρει σε αυτό που επιθυμεί αλλά δεν θα μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματά του στην επιτυχία του.

Έτσι, το άγχος εγκαθίσταται και αποσύρει το ενδιαφέρον του, στρέφοντας τον εαυτό του σε υποκατάστατες λύσεις. Το σύμπτωμα δηλαδή λειτουργεί ώστε να μην αφυπνιστεί η επιθυμία του.

Όταν τα συναισθήματά μας έχουν επηρεαστεί και έχουμε δημιουργήσει εικόνες που δεν μας βοηθούν, χρειάζεται να διορθωθούν οι εσφαλμένες εγγραφές ώστε να αποκτήσει ζωή η επιθυμία μας και η επιθυμία μας ζωή.

Αγγελική Μπολουδάκη – Ειδικός Ψυχικής Υγείας