«Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση»
19 Αυγούστου 2019
Αυτοεξάρτηση
20 Αυγούστου 2019

Και στην τελευταία φάση της αβύσσου, αφού ελευθερώσεις τους άλλους, όλους εκείνους που είναι οι άλλοι, να θυμάσαι χωρίς πίεση, πως ένας είναι ο φυλακισμένος. Κι από κει και πέρα… να απελευθερωθείς. (Hamlet Lima Quintana)

Ήταν κάποιος μια φορά, που υπέφερε από έναν παράλογο φόβο: φοβόταν μήπως χαθεί μέσα στους άλλους.

Όλα άρχι­σαν μια νύχτα σ’ ένα χορό μεταμφιεσμένων, όταν ήταν πολύ νέος.

Κάποιος έβγαλε μια φωτογραφία όπου φαίνονταν στη σειρά όλοι οι προσκεκλημένοι.

Όμως, όταν ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είδε τη φωτογραφία, δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τον εαυτό τον. Είχε ντυθεί πειρατής, μ’ έναν επίδεσμο στο μάτι και μαντίλι στο κεφάλι, όμως, κι άλλοι πολλοί είχαν μεταμφιεστεί με τον ίδιο τρόπο.

Είχε βάλει στα μάγουλά του έντονο κοκκινάδι και λίγο φούμο για μουστάκι, αλλά μασκαράδες με μουστάκια και στρουμπουλά μάγουλα βαμμένα με κοκκινάδι υπήρχαν αρκετοί.

Είχε διασκεδάσει πολύ σ’ εκείνον τον χορό, όμως, όλοι στη φωτογραφία φαίνονταν να διασκεδάζουν πολύ. Τότε θυμήθηκε ότι τη στιγμή της φωτογραφίας ήταν αγκαλιά με μια ξανθιά, οπότε προσπάθησε να εντοπίσει τον εαυτό του μ’ αυτό το στοιχείο.

Ανώφελο: πάνω από τις μισές γυναίκες ήταν ξανθιές και αρκετές απ’ αυτές χαμογελούσαν στη φωτογραφία, αγκαζέ με πειρατές.

Η εμπειρία τον επηρέασε βαθιά. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, επί χρόνια δεν συμμετείχε σε καμία συνάντηση από φόβο μήπως ξαναχαθεί.

Ωστόσο, κάποια μέρα σκέφτηκε μια λύση: όπου κι αν πήγαινε, από κει και πέρα, θα φορούσε πάντα καφέ ρούχα. Καφέ πουκάμισο, καφέ παντελόνι, καφέ σακάκι, κάλτσες και παπούτσια. «Οπότε, αν τραβήξει κάποιος φωτογραφία, θα ξέρω πάντα ότι αυτός με τα καφέ είμαι εγώ» είπε μέσα του.

Με τον καιρό, ο ήρωάς μας βρήκε εκατοντάδες ευκαιρίες για να επιβεβαιώσει το έξυπνο κόλπο του: όταν τύχαινε να βρεθεί μπροστά στους καθρέφτες των μεγάλων καταστημάτων κι έβλεπε τον εαυτό του ανάμεσα σε άλλους που περνούσαν από κοντά του, επαναλάμβανε με σιγουριά: «Εγώ, είμαι αυτός με τα καφέ».

Τον επόμενο χειμώνα, κάποιοι φίλοι τού έκαναν δώρο το εισιτήριο για να απολαύσει μια βραδιά σε ένα σπα. Το δέχτηκε ευχαρίστως. Δεν είχε πάει ποτέ σε ένα τέτοιο μέρος, και είχε ακούσει από το στόμα των φίλων του για τα οφέλη του σκωτσέζικου ντους, του φινλανδικού μπάνιου και της αρωματικής σάουνας.

Όταν πήγε εκεί, του έδωσαν δύο μεγάλες πετσέτες και τον οδήγησαν σ’ ένα δωματιάκι για να γδυθεί. Έβγαλε το σακάκι του, το παντελόνι, το πουλόβερ, το πουκάμισο, τα παπούτσια, τις κάλτσες… κι ενώ ετοιμαζόταν να βγάλει το εσώρουχο, πέφτει το βλέμμα του στον καθρέφτη και παγώνει.

«Αν βγάλω και το τελευταίο μου ρούχο, θα μείνω γυμνός σαν όλους τους άλλους», σκέφτεται. «Κι αν χαθώ; Πώς θα μπορέσω να με ανα­γνωρίσω αν δεν βασιστώ στο μόνο στοιχείο που μέχρι τώρα μου έχει φανεί τόσο χρήσιμο;»

Για πάνω από ένα τέταρτο της ώρας κάθεται στα αποδυτήρια με το εσώρουχο φορεμένο, αναποφάσιστος, μη ξέροντας αν πρέπει να μείνει ή να φύγει… Τότε σκέφτεται ότι, αν δεν μπορεί να μείνει ντυμένος, θα μπορούσε ίσως να κρατήσει κάποιο αναγνωριστικό σημάδι.

Με μεγάλη προσοχή, τραβάει μια κλωστή από το πουλόβερ του και τη δένει στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. «Αυτό θα πρέπει να το θυμάμαι σε περίπτωση που χαθώ: αυτός που έχει μια καφέ κλωστή στο δάχτυλο, είμαι εγώ» μονολογεί.

Ήρεμος τώρα, με το σημάδι του, αφοσιώνεται στην από­λαυση του ατμού και του μπάνιου, και καθώς πάει κι έρχεται κολυμπώντας και κάνοντας βουτιές, δεν προσέχει πως η κλωστή έχει φύγει από το δάχτυλό του και επιπλέει στο νερό της πισίνας.

Κάποιος άλλος που κολυμπάει εκεί κοντά, βλέπει την κλωστή και λέει στον φίλο του: «Τι σύμπτωση! Αυτό είναι το χρώμα που πάντα ήθελα να περιγράφω στη γυναίκα μου για να μου πλέξει ένα κασκόλ. Θα πάρω την κλωστή και θα ψάξω να βρω μαλλί σ’ αυτό το χρώμα».

Πιάνει την κλωστή που επιπλέει στο νερό, κι επειδή δεν έχει πού να τη φυλάξει, του έρχεται η ιδέα να τη δέσει στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού.

Στο μεταξύ, ο πρωταγωνιστής της ιστορία μας έχει δοκιμάσει όλα όσα προσφέρει το σπα, και πηγαίνει στα αποδυτήρια να ντυθεί.

Μπαίνει με αυτοπεποίθηση, σκουπίζεται, και μόλις τελειώνει βλέπει στον καθρέφτη με τρόμο ότι είναι τελείως γυμνός και δεν έχει την κλωστή στο πόδι.

«Χάθηκα» λέει μέσα του τρέμοντας, και τρέχει έξω να ψάξει παντού για την καφέ κλωστή με την οποία θα αναγνώριζε τον εαυτό του.

Μετά από λίγα λεπτά προσεκτικής αναζήτησης στον χώρο, βλέπει το πόδι τού άλλου που είχε στο δάχτυλο την καφέ κλωστή.

Δειλά δειλά τον πλησιάζει και του λέει: «Με συγχωρείτε, κύριε. Εγώ ξέρω ποιος είστε εσείς. Μήπως κι εσείς θα μπορούσατε να μου πείτε ποιος είμαι εγώ;»

….

Ακόμη κι αν δεν φτάσουμε στο ακραίο σημείο να εξαρτόμαστε από τους άλλους για να μας πουν ποιοι είμαστε, θα βρεθούμε πολύ κοντά, αν αρνηθούμε τα μάτια μας κι αρχίσουμε να βλέπουμε μόνο με τα μάτια των άλλων. Εξαρτώμαι σημαίνει κυριολεκτικά, παραδίδομαι οικειοθελώς στον άλλον για να με κάνει ό,τι θέλει, να με πηγαίνει και να με φέρνει, να ρυθμίζει τη συμπεριφορά μου σύμφωνα με τη δική του βούληση κι όχι τη δική μου. 

Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος της αυτοεξάρτησης, opera

Μάθαμε να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια των άλλων. Ως παιδιά αποδεχόμασταν τον εαυτό μας όταν μας αποδέχονταν εκείνοι κι αν αυτό δεν συνέβαινε κάθε φορά, αναρωτιόμασταν τι να κάνουμε για να κερδίσουμε την αποδοχή τους.

Ταυτιζόμασταν, μιμούμασταν, κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να έχουμε μια ταυτότητα.

Στην εφηβεία αρχίσαμε να αντιδράμε. Να ορίζουμε τον εαυτό μας με τον δικό μας τρόπο. Να κάνουμε επιλογές που μας άρεσαν. Με ένα φόβο όμως πάντα. Θα είμαστε αποδεκτοί; Ποιοι θα είμαστε αν δεν είχαμε την αποδοχή τους;

Κάποιες φορές αυτό συνέβαινε. Κάποιες άλλες όχι. Ήταν δύσκολο και για εκείνους να κατανοήσουν την διαφορετικότητα, ειδικά αν δεν τους είχαν αποδεχτεί ολότελα.

Στον εγωισμό της εφηβείας δεν μπορούσαμε να χωρέσουμε την αδυναμία τους. Πιστεύαμε ότι έπρεπε να μας καταλάβουν για να μπορέσουμε να αυτονομηθούμε. Ο θυμός έγινε φόβος και εξάρτηση.

Πασχίζαμε να αποκτήσουμε την εικόνα μας μέσω αυτών και τώρα πρέπει αυτό να γίνει με δική μας προσπάθεια. Να δημιουργούμε την εικόνα μας ενώ ταυτόχρονα να κατανοούμε ότι η κάθε συμπεριφορά είναι ανθρώπινη και άρα κατανοητή.

Σεβασμός σε αυτό που είμαστε σημαίνει ότι κάθε χαρακτηριστικό μας το αγαπάμε. Κάθε κομμάτι που αποτελεί εμάς το ενώνουμε. Κάθε πράξη μας νοηματοδοτείται. Έπρεπε να γίνει, για συγκεκριμένους λόγους τους οποίους τους αναγνωρίζουμε. Χωρώντας εμάς η εικόνα μας αποκτά μορφή. Μια μορφή ενωμένη, πλήρης, μια μορφή που αναγνωρίζεται.

Η ανάγκη να είμαστε αποδεκτοί στους άλλους αλλάζοντας αυτό που είμαστε μετατρέπεται σε επιθυμία να αποδεχτούμε τον εαυτό μας για αυτό που είναι, ενώ αποδεχόμαστε τους άλλους για αυτό που είναι.

Το να δεχόμαστε ότι μπορούμε να βαδίζουμε στον δικό μας δρόμο και οι άλλοι στον δικό τους και πότε να συναντιόμαστε να μοιραζόμαστε και πότε όχι, αποτελεί μια πράξη ελευθερίας και σύνδεσης.

 

Αγγελική Μπολουδάκη