Όταν επισκέπτεσαι το σπίτι μου, σε παρακαλώ, να θυμάσαι…
8 Δεκεμβρίου 2019
Η ηλικία μας βρίσκεται εκεί που θέλουμε εμείς
10 Δεκεμβρίου 2019

Η ενσυναίσθηση καλλιεργείται

Συναισθανόμαστε όταν κατανοούμε τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων. Όταν κατανοούμε και συμπονάμε, όταν μπαίνουμε στη θέση τους, χωρίς όμως να απορροφάμε την διάθεσή τους.

Όταν ενδιαφερόμαστε, νοιαζόμαστε για την ευημερία των άλλων. Ενδιαφερόμαστε όμως για τους άλλους στο βαθμό που ενδιαφερόμαστε για τον εαυτό μας. Αν δεν φροντίζουμε τον εαυτό μας αρκετά, τότε η ανάγκη είναι να μας φροντίσουν. Ταυτιζόμαστε με το συναίσθημα των άλλων, νομίζοντας πως έχουν την ίδια ανάγκη για φροντίδα, ενώ εκείνοι χρειάζονται να τους ακούσουμε.

Φροντίζοντας τον εαυτό μας, συμπονάμε και τους άλλους. Είμαστε σε επαφή με τα αυθεντικά μας συναισθήματα. Ακούμε, συμμεριζόμαστε τον άλλον άνθρωπο, παραμένοντας μαζί με σταθερότητα στην ανταπόκριση και ορισμένες φορές χωρίς να πούμε κάτι ή να κάνουμε για να διορθώσουμε ή να αλλάξουμε.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ενεργοποιούνται τραύματα του παρελθόντος, οπότε το συναίσθημα που νιώθει κάποιος είναι δυσανάλογο του τωρινού γεγονότος. Αν ακούσετε την υπερβολή, αν παρασυρθείτε από αυτήν, τότε δεν βοηθάτε τον άνθρωπο να εκτονώσει ένα συναίσθημα που νιώθει από παλιά και η τωρινή πληγή του δίνει το δικαίωμα να το εκφράσει. Αν απαντήσετε, ίσως τον αποπροσανατολίσετε άθελά σας από το να δώσει εκείνος την απάντηση, όταν εκφράσει το παρελθοντικό συναίσθημα και διακρίνει αν το τωρινό γεγονός αποτελεί μια ευκαιρία για να εκφράσει το συναίσθημά του εκτονώνοντάς το ή αν αντιδρά σε μια συνθήκη επειδή φαντάζεται ότι θα βιώσει το ίδιο συναίσθημα, ενώ το γεγονός του προσφέρει την ασφάλεια που χρειάζεται ώστε να είναι ο εαυτός του με όλες τις εκδοχές του.

Εκείνο που μας κάνει να χανόμαστε στις ανάγκες των άλλων, παρότι νομίζουμε πως συναισθανόμαστε είναι γιατί έχουμε μάθει σε ένα μοντέλο σχέσεων όπου δοτικότητα σημαίνει εγκατάλειψη του εαυτού. Συνειδητοποιώντας τον τρόπο που λειτουργούμε είτε αποσυρόμαστε, είτε αντιδράμε παρορμητικά,  είτε αφηνόμαστε με τρόπο που αφήνουμε τον εαυτό μας. Χρειάζεται μια αναπροσαρμογή στον τρόπο που συνδεόμαστε, γιατί αν σύνδεση σημαίνει παραίτηση του εαυτού, τότε στην ιδέα πως θα συνδεθείς προτείνεις ή καθοδηγείς, από φόβο πως αν συνδεθείς θα αφεθείς με τρόπο που θα χάσεις το κέντρο του εαυτού σου, την ίδια σου την ύπαρξη.

Όταν συναισθάνεσαι, όντας σε επαφή με τον εαυτό σου, τα συναισθήματά και τις σκέψεις σου, μπορείς να καταλάβεις το πραγματικό συναίσθημα του άλλου. Αν δηλαδή το συναίσθημά του αφορά σε μια τραυματική κατάσταση που αναβιώνει, αναβιώνοντας και παρατείνοντας τον ρόλο του (θύματος-θύτη-σωτήρα) ή αν θέλει να μοιραστεί το συναίσθημά του για μια κατάσταση που τον απασχολεί, αναλαμβάνοντας όμως ο ίδιος τη λύση και τις συνέπειες.

Βάζοντας όρια στους ρόλους μας, δεν παρασυρόμαστε από τους ρόλους των άλλων αλλά μπαίνουμε στα παπούτσια τους. Συναισθανόμενοι τον άλλον, συνδεόμαστε. Η σύνδεση μας χαρίζει, μας κάνει να αισθανόμαστε πλήρεις. Νιώθουμε όμορφα γιατί επικοινωνώντας ο άλλος άνθρωπος, μας βοηθά να επικοινωνήσουμε με τον βαθύτερο εαυτό μας και να συνδεθούμε μαζί του με τα αυθεντικά μας συναισθήματα. Μπορεί, για παράδειγμα, μια φίλη να επικοινωνεί μαζί μας για κάτι που την απασχολεί, αναβιώνοντας όμως το ρόλο του ανθρώπου που δεν εμπιστεύεται την κρίση της. Δεν υποστηρίζει τον εαυτό της και επαναλαμβάνει την πράξη της, θέλοντας να την καταλάβουμε και να της συμπαρασταθούμε. Όταν ερχόμαστε σε επαφή με τα αυθεντικά μας συναισθήματα, νιώθουμε θυμό. Αντί για να θυμώσουμε μαζί της, καταλαβαίνουμε ότι νιώθει θυμό που παραμένει σε αυτήν την κατάσταση, οπότε την βοηθάμε να καταλάβει το πραγματικό της συναίσθημα, ότι, δηλαδή, νιώθει θυμωμένη για αυτό που βιώνει γιατί δεν καλύπτεται μια ανάγκη της, χωρίς όμως να της υποδείξουμε την λύση. Αν εκείνη συνεχίζει, βάζοντας όρια της λέμε ότι καταλαβαίνουμε το συναίσθημά της, την αδυναμία της να κάνει πράξη το συναίσθημά της, ότι θα είμαστε μαζί της όποια απόφαση κι αν πάρει και ότι την εμπιστευόμαστε ότι μπορεί να πάρει την απόφασή της στον χρόνο που μπορεί εκείνη. Αν την ακούμε καρτερικά, μπαίνοντας στο ρόλο γονιού – παιδιού, υποδεικνύοντας και καθοδηγώντας δεν την βοηθάμε, αντίθετα άθελά μας διαιωνίζουμε και συντηρούμε την έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό της. Δεν συνδεόμαστε αλλά “συνδέονται” οι ρόλοι μας. Του σωτήρα που θεωρεί πως σχέση σημαίνει να σώζει τον άλλον και του θύματος που γίνεται παιδί βάζοντας τον άλλον στη θέση του γονιού.

Ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να ακούμε τον άλλον. Να ακούμε τα αυθεντικά του συναισθήματα. Κάθε φορά που διαφοροποιούμαστε από τους ρόλους μας, ακούμε τον αυθεντικό μας εαυτό. Ακούμε το αίτημα του άλλου που λέει “σε χρειάζομαι να με ακούσεις και να με εμπιστευτείς ότι μπορώ να βρω τη λύση στο πρόβλημα που με απασχολεί. Σε χρειάζομαι να νοιαστείς για μένα, ενώ παράλληλα νοιάζεσαι για τον εαυτό σου. Νιώθω ήρεμία όταν δεν με ακούς με τους ρόλους σου, ούτε λαμβάνεις υπόψη σου τα αιτήματα που σου προβάλλουν οι δικοί μου ρόλοι. Νιώθω καλά όταν με δέχεσαι με όλες τις εκδοχές του εαυτού μου, χωρίς όμως να κάνεις παραχωρήσεις σε συμπεριφορές μου που παραβιάζουν τα όριά σου, τα δικά μου όρια”.

Η ενσυναίσθηση μας συνδέει. Μας φέρνει κοντά. Μας ανοίγει στον κόσμο του άλλου, ένα κόσμο που χρειαζόμαστε τη σύνδεση και την αυθεντικότητα για να υπάρξουμε  μαζί του.

Αγγελική Μπολουδάκη