

Όταν ένα παιδί μεγαλώνει με έναν γονιό επικριτικό, ανεύθυνο, σκληρό ή συναισθηματικά αδιάφορο, δεν πληγώνεται μόνο από όσα λέγονται ή γίνονται. Πληγώνεται και από όσα δεν συμβαίνουν: από την έλλειψη φροντίδας, ασφάλειας, ενδιαφέροντος. Το τραύμα, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι πάντα θορυβώδες. Συχνά είναι σιωπηλό και εσωτερικεύεται.
Ο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι μόνο ο πόνος, αλλά το ότι το παιδί μπορεί να κουβαλήσει μέσα του τη φωνή αυτού του γονιού και να την κάνει δική του: να μάθει να αυτοεπικρίνεται, να ανέχεται την αδιαφορία, να θεωρεί φυσιολογική τη σκληρότητα ή να προσπαθεί διαρκώς να αποδείξει την αξία του.
Ο ρόλος του άλλου γονιού είναι κρίσιμος. Όχι για να «σβήσει» τον άλλον, αλλά για να μην τον αφήσει να εγκατασταθεί μέσα στο παιδί.
Όταν ένα παιδί μιλά για τον γονιό που το πληγώνει, αυτό που χρειάζεται δεν είναι εξήγηση ή εξισορρόπηση. Χρειάζεται να ακούσει:
«Αυτό που ένιωσες βγάζει νόημα.»
Η αναγνώριση των συναισθημάτων δεν είναι επίθεση στον άλλον γονιό. Είναι επιβεβαίωση της εσωτερικής εμπειρίας του παιδιού. Χωρίς αυτήν, το παιδί μαθαίνει να αμφισβητεί τον εαυτό του — και αυτό είναι η βάση της ψυχικής αναπαραγωγής του τραύματος.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:
«Ο γονιός σου είναι κακός»
και στο
«Αυτό που έκανε ήταν σκληρό / άδικο / δεν κάλυψε τις ανάγκες σου».
Το παιδί χρειάζεται λέξεις για τη συμπεριφορά, όχι ταμπέλες για τον άνθρωπο. Έτσι μαθαίνει να ξεχωρίζει:
ποιος είναι ο άλλος,
από το πώς του φέρθηκε.
Αυτό το ξεχώρισμα είναι θεμέλιο ψυχικής ελευθερίας.
Όταν ο γονιός που φροντίζει μιλά συνεχώς για τον άλλον — ακόμη και αρνητικά — το παιδί συνεχίζει να ζει γύρω από αυτόν.
Ο στόχος δεν είναι να «διορθώσουμε» τον απόντα ή επικριτικό γονιό, αλλά να μειώσουμε την ψυχική του παρουσία.
Λιγότερη ανάλυση του άλλου, περισσότερη εστίαση στο:
«πώς ένιωσες εσύ;»
«τι χρειάζεσαι τώρα;»
«τι σε βοηθά να νιώθεις ασφαλής;»
Πολλά παιδιά που μεγάλωσαν με επικριτικό γονιό λένε μέσα τους:
«Δεν είμαι αρκετός»
«Φταίω εγώ»
«Πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο»
Ο γονιός που φροντίζει βοηθά όχι με υπερβολικούς επαίνους, αλλά με σταθερή παρουσία και ρεαλιστική αποδοχή:
«Δεν χρειάζεται να αποδείξεις την αξία σου για να σε αγαπούν.»
Έτσι, το παιδί μαθαίνει να αντικαθιστά τη φωνή της κριτικής με μια φωνή εσωτερικής στήριξης.
5. Να δοθεί άδεια για συναισθήματα χωρίς ενοχή
Το παιδί μπορεί να αγαπά τον γονιό που το πλήγωσε και ταυτόχρονα να θυμώνει μαζί του.
Μπορεί να τον υπερασπίζεται και την ίδια στιγμή να πονά.
Ο γονιός που βοηθάει λέει ξεκάθαρα, με ηρεμία:
«Μπορείς να νιώθεις περισσότερα από ένα πράγματα ταυτόχρονα. Δεν χρειάζεται να διαλέξεις.»
Αυτό απελευθερώνει το παιδί από εσωτερικές συγκρούσεις.
Το παιδί δεν επουλώνεται μόνο με λόγια. Επουλώνεται όταν:
βλέπει σεβασμό,
βιώνει όρια χωρίς τιμωρία,
αισθάνεται ότι τα συναισθήματά του έχουν σημασία.
Ο γονιός που φροντίζει δεν χρειάζεται να είναι τέλειος. Χρειάζεται να είναι προβλέψιμος, διαθέσιμος, ανθρώπινος. Αυτή η εμπειρία λειτουργεί διορθωτικά.
Η θεραπευτική στήριξη δεν σημαίνει ότι «κάτι πάει στραβά με το παιδί».
Σημαίνει ότι κάποιος αναγνωρίζει πως το βάρος ήταν μεγάλο και δεν χρειάζεται να το κουβαλά μόνο του.
Το παιδί δεν χρειάζεται να ξεχάσει τον γονιό που το πλήγωσε για να θεραπευτεί. Χρειάζεται να μην τον κουβαλά μέσα του ως φωνή που το ορίζει.
Και ο γονιός που στέκεται δίπλα του δεν το πετυχαίνει πολεμώντας τον άλλον, αλλά δημιουργώντας έναν χώρο όπου το παιδί μαθαίνει:
να νιώθει, να σκέφτεται και να αγαπά χωρίς φόβο.
Αγγελική Μπολουδάκη